Μικρό παιδί ἦταν κι ἄρχιcε νά ἀχνοκαταλαβαίνει τόν κόcμο τήν ὑφή του τά ὅριά του τά cύνορά του μέcα ἀπό τίς νίκες τοῦ ἑλληνικοῦ cτρατοῦ cτά βουνά τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ἔνιωθε μιά ὑπερηφάνεια γιά ἐκείνους τούς ἀνθρώπους· τούς θωροῦcε ψηλούς ψηλωμένους ἀνδρείους ἀνδρειωμένους, μέ τά cπλάχνα χάλκεα πυρακτωμένα, cφυρήλατα cτό βελόνι τῶν ἀρχεγόνων ἰδανικῶν, cβηcμένα καλά βαμμένα γερά cτ’ ἀχνιcτό ροδόcταμο καί cτό ἀγέραcτο αἷμα τῆς φυλῆς· μέλη κορμιά ὁλοβούτηχτα βαφτιcμένα τ’ ἀνάποδα ἀπ’ τήν μάνα πατρίδα cτό ἀθάνατο νερό τῶν ἀπόμερα φυλαγμένων ὑδάτων τοῦ ἑλληνικοῦ καταρράκτη, μέ cτήθη παλληκαρίcια πελαγίcια cάν πληcίcτια πανιά τοῦ Ὁμήρου, θωρακιcμένα μέ πατρῶες εὐχές ἀναπνοές, εἰκονίcματα ἁγιαcτικά χρυcοκοντυλιές καί ἀcημένια πουκάμιcα, αὐθεντικά Κωνcταντινάτα καί μικρές ἀπειρομήκεις ἀπειροελάχιcτες ἀπειροκόντιcτες cταυρωτές ἀκίδες Τιμίου Ξύλου.
Μέ τήν cημαία νά προχωράει πάντα μπροcτά τους καί νά ἀνεμίζει ἀνεξαρτήτως ἀνέμου μέ μιά ἅγια προcτατευμένη καί προcτατεύουcα φύcη· ἀcπρογάλαζη καί ἰcότιμη μέ ἐκεῖνο τό παλαιό λάβαρο τό ἀρχοντοκαρικωμένο μέ μπιρcίμι πού ἔφερε τό πρωτόφαντο Ἐν τούτω Νίκα κομμένο καί ραμμένο ἐπάνω του μέ κορδέλες ἐμποτιcμένες βαμμένες ἀπό ἥμερη γήινη θεριcμένη λιχνιcμένη ὤχρα καί ἀπόκοcμη ὀργωμένη ξεcβολιαcμένη κιννάβαρη· ἐκεῖνο τό θαυμάcιο καί ὑπέροχο πού δέν τό πληcίαζαν τά βέλη τοῦ ἐχθροῦ ἀφήνοντας ἀκεραίους ἄθικτους ἄτρωτους καί ἀπροcμάχητους ἀπό τά τοξεύματα τούς βαcτάζοντες αὐτό, τούς πιcτεύοντες καί προπορευομένους ὑπό τήν cκέπην του τήν κραταιά του. (...)

  • 15.01
  • 15.02
  • 15.03
  • 15.04
  • 15.05
  • 15.07
  • 15.08
  • 15.09
  • 15.10
  • 15.11
  • 15.12
  • 15.13
  • 15.14
  • 15.15
  • 15.16
  • 15.17
  • 15.18
  • 15.19
  • 15.20
  • 15.21
  • 15.22
  • 15.23
  • 15.24
  • 15.25
  • 15.26
  • 15.27
  • 15.28

Foto 1a

foto 2

Foto 2a

foto border 2a H

Foto 3a

foto border 3a H

Foto 4a

foto border 4a H

Foto 1b

foto 3

Foto 2b

foto border 2b H

Foto 3b

foto border 3b H

Foto 4b

foto border 4b H